Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Καρυωτάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Καρυωτάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

Κώστας Καρυωτάκης - Οι αγάπες

Θάρθουν ὅλες μία μέρα, καὶ γύρω μου
θὰ καθίσουν βαθιὰ λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τὰ μάτια τους,
θὰ πετοῦνε στὴν κάμαρα μέσα.
Ὠχρὰ χέρια θὰ σβήνουν στὸ σύθαμπο
καὶ θανάσιμα χείλη θὰ τρέμουν.

«Ἀδελφέ» θὰ μοῦ ποῦν «δέντρα φεύγουνε
μὲς στὴ θύελλα, καὶ πιὰ δὲ μποροῦμε,
δὲν ὁρίζουμε πιὰ τὸ ταξίδι μας.
Ἕνα θάνατο πᾶρε καὶ δῶσε.
Ἐμεῖς, κοίτα, στὰ πόδια σου ἀφήνουμε,
συναγμένο ἀπὸ χρόνια, τὸ δάκρυ.

»Τὰ χρυσὰ ποῦναι τώρα φθινόπωρα,
ποῦ τὰ θεῖα καλοκαίρια στὰ δάση;
Ποῦ οἱ νυχτιὲς μὲ τὸν ἄπειρον, ἔναστρο
οὐρανό, τὰ τραγούδια στὸ κῦμα;
Ὅταν πίσω καὶ πέρα μακραίνανε,
ποῦ νὰ ἐπῆγαν χωριά, πολιτεῖες;

»Οἱ θεοὶ μᾶς ἐγέλασαν, οἱ ἄνθρωποι,
κ' ἤρθαμε ὅλες ἀπόψε κοντά σου,
γιατί πιὰ τὴν ἐλπίδα δὲν ἄξιζε
τὸ σκληρό μας, ἀβέβαιο ταξίδι.
Σὰ φιλί, σὰν ἐκεῖνα ποὺ ἀλλάζαμε,
ἕνα θάνατο πᾶρε καὶ δῶσε.»

Θὰ τελειώσουν. Ἐπάνω μου γέρνοντας,
θ᾿ ἀπομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ὁλοένα στὴν ἥσυχη κάμαρα
θὰ βραδιάζει, καὶ μήτε θὰ βλέπω
τὰ μεγάλα σὰν ἔκπληκτα μάτια τους
ποὺ γεμίζανε φῶς τὴ ζωή μου...


Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Κώστας Καρυωτάκης - Ο Μιχαλιός

Τὸ Μιχαλιὸ τὸν πήρανε στρατιώτη.
Καμαρωτὰ ξεκίνησε κι ὡραῖα
μὲ τὸ Μαρῆ καὶ μὲ τὸν Παναγιώτη.
Δὲν μπόρεσε νὰ μάθει κἂν τὸ «ἐπ᾿ ὤμου».
Ὅλο ἐμουρμούριζε: «Κὺρ Δεκανέα,
ἄσε με νὰ γυρίσω στὸ χωριό μου».

Τὸν ἄλλο χρόνο, στὸ νοσοκομεῖο,
ἀμίλητος τὸν οὐρανὸ κοιτοῦσε.
Ἐκάρφωνε πέρα, σ᾿ ἕνα σημεῖο,
τὸ βλέμμα του νοσταλγικὸ καὶ πρᾶο,
σὰ νά ῾λέγε, σὰ νὰ παρακαλοῦσε:
«Ἀφῆστε με στὸ σπίτι μου νὰ πάω».

Κι ὁ Μιχαλιὸς ἐπέθανε στρατιώτης.
Τὸν ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ὁ Μαρὴς κι ὁ Παναγιώτης.
Ἀπάνω του σκεπάστηκεν ὁ λάκκος,
μὰ τοῦ ἄφησαν ἀπέξω τὸ ποδάρι:
Ἦταν λίγο μακρὺς ὁ φουκαράκος.

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Κώστας Καρυωτάκης - Ένα ξερό δαφνόφυλλο

Ἕνα ξερὸ δαφνόφυλλο τὴν ὥρα αὐτὴ θὰ πέση,
τὸ πρόσχημα τοῦ βίου σου, καὶ θ' ἀπογυμνωθῆς.
Μὲ δέντρο δίχως φύλλωμα θὰ παρομοιωθῆς,
ποὺ τὸ χειμώνα ἀπάντησε στοῦ δρόμου ἐκεῖ τὴ μέση.

Κι ἀφοῦ πιὰ τότε θἆναι ἀργὰ νέες χίμαιρες νὰ πλάσης
ἢ ἀκόμη μιὰ ἐπιπόλαιη καὶ συμβατικὴ χαρὰ,
θ' ἀνοίξης τὸ παράθυρο γιὰ τελευταία φορὰ,
κι ὅλη τὴ ζωὴ κοιτάζοντας ἥρεμα θὰ γελάσης.