Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Γιάννης Ρίτσος - Έλληνες καραγωγείς

Ἀργά, κατὰ τὸ μεσημέρι, ὅταν πουλήσουν στὸ παζάρι
τὰ προϊόντα τους – λαχανικά, σταφύλια, ἀχλάδια –,
γυρίζουν μὲ τὰ κάρρα τους ἀπ' τὸν παραθαλάσσιο δρόμο
πρὸς τὰ μικρά τους κτήματα, τὰ μακρυνά,
κάθιδροι, αὐτοί καὶ τ' ἄλογά τους,
μὲ τὰ χαρτονομίσματα δεμένα στὸ μαντίλι τους
καὶ μὲ τὰ κέρματα νὰ κουδουνίζουνε στὶς τσέπες τους,
ἀνόητοι, τσακισμένοι, σχεδὸν ἄγριοι,
μὲ τὸ θυμὸ μιᾶς ἄγνωστης ἀργοπορίας κι ἀδικίας,
μὲ τὰ τσουλούφια τῶν σκληρῶν μαλλιῶν τους ὅλο σκόνη καὶ ἵδρωτα
χτισμένα κάτω ἀπ' τὸ κασκέτο τους...
Ὅμως, σὰν στρίψουνε τὴ δημοσιά, σὰν ἀνταμώσουν
τὴν πρώτη ἐρημική ἀμμουδιά, ξεζεύουν τ' ἄλογά τους,
γδύνονται βιαστικά, πετοῦν τὰ ροῦχα τους στὶς πέτρες
καὶ μπαίνουνε στὴ θάλασσα νὰ πλύνουν τ' ἄλογά τους.
Καὶ τότε, μουσκεμμένοι, ὁλόγυμνοι κι ὁλόχρυσοι, ἄνθρωποι κι ἄλογα,
ἀστράφτουν μὲς στὸν ἥλιο μὲ μιὰ ὑψηλήν εὐγένεια
ἐργατικοί καὶ παντοδύναμοι, σάμπως νὰ βγῆκαν
μὲς ἀπὸ τοὺς πανάρχαιους μύθους...
Ὁ μικρότερος καραγωγέας,
μόλις δεκαοχτὼ χρονῶ, στίλβοντας ὅλος μὲς στὸ μεσημέρι,
γυμνός, καβάλλα στ' ἄλογό του, κάλπασε πέρα στὴ θάλασσα,
ἐνῶ ἕνα σύννεφο λευκό σημάδευε τὸν ἴσκιο τοῦ μὲς στὸ γαλάζιο...
Καὶ στὴν ἀκρογιαλιά, τὰ κάρρα, ὁλόχρυσα κι αὐτά,
ἔλαμπαν μὲς στὶς κυκλικές ἀνταύγειες τῶν τροχῶν τους
σὰν ἔνδοξα ἅρματα ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἑλληνικούς ἄγωνες,
ποὺ ἐδῶ σταμάτησαν καὶ ποὺ ἀπὸ δῶ πάλι θὰ ξανάρχιζαν...


Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

Γουόλτ Γουίτμαν - Άραγε ποτέ δεν ήρθε για σε μια στιγμή;..

Άραγε ποτέ δεν ήρθε για σε μια στιγμή,
μια ξαφνική, θεία αναλαμπή,
να τινάξεις μακριά σου τα φλούδια όλα,
πλούτη, συρμούς, συνήθειες;
Τούτο τ' αχόρταγο πάρε-δώσε,
βιβλία, έριδες, τέχνη κ' ερωτοδουλειές,
στο απόλυτο Τίποτε να ξαποστείλεις;

Μετάφραση: Βαγγέλης Δουβαλέρης


Άρης Αλεξάνδρου - Μες στις πέτρες

Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα δω σ' αυτό το δάσος,
με τα κλαδιά κομμένα, μισοκαμένους τούς κορμούς,
με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες.


Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Αλέξανδρος Πάλλης - Κανάρης

Όλη η βουλή των προεστών στο μόλο συναγμένη
είπε πως όξω στη στεριά τους Τούρκους θα προσμένει.
Τότε έβγαλα το φέσι
και να μιλήσω θάρρεψα προβάλλοντας στη μέση
«Τίποτα, αρχόντοι, δε φελάει, μονάχα το καράβι.»
Σα μ' άκουσε ένα απ' τα τρανά καλπάκια μας, ανάβει
και το φαρμάκι χύνει
«Ποιος είναι αυτός, και πώς τον λεν, που συβουλές μας δίνει;»

Νά τα Ψαρά πώς χάθηκαν. Κ' εγώ φωτιά στο χέρι
πήρα, και πέρα τράβηξα κατά της Χιος τα μέρη,
κ' είπα αποκεί - δε βάσταξα - με χείλια πικραμένα:
«Νά πώς με λεν εμένα!»