Ἀργά, κατὰ τὸ μεσημέρι, ὅταν πουλήσουν στὸ παζάρι
τὰ προϊόντα τους – λαχανικά, σταφύλια, ἀχλάδια –,
γυρίζουν μὲ τὰ κάρρα τους ἀπ' τὸν παραθαλάσσιο δρόμο
πρὸς τὰ μικρά τους κτήματα, τὰ μακρυνά,
κάθιδροι, αὐτοί καὶ τ' ἄλογά τους,
μὲ τὰ χαρτονομίσματα δεμένα στὸ μαντίλι τους
καὶ μὲ τὰ κέρματα νὰ κουδουνίζουνε στὶς τσέπες τους,
ἀνόητοι, τσακισμένοι, σχεδὸν ἄγριοι,
μὲ τὸ θυμὸ μιᾶς ἄγνωστης ἀργοπορίας κι ἀδικίας,
μὲ τὰ τσουλούφια τῶν σκληρῶν μαλλιῶν τους ὅλο σκόνη καὶ ἵδρωτα
χτισμένα κάτω ἀπ' τὸ κασκέτο τους...
Ὅμως, σὰν στρίψουνε τὴ δημοσιά, σὰν ἀνταμώσουν
τὴν πρώτη ἐρημική ἀμμουδιά, ξεζεύουν τ' ἄλογά τους,
γδύνονται βιαστικά, πετοῦν τὰ ροῦχα τους στὶς πέτρες
καὶ μπαίνουνε στὴ θάλασσα νὰ πλύνουν τ' ἄλογά τους.
Καὶ τότε, μουσκεμμένοι, ὁλόγυμνοι κι ὁλόχρυσοι, ἄνθρωποι κι ἄλογα,
ἀστράφτουν μὲς στὸν ἥλιο μὲ μιὰ ὑψηλήν εὐγένεια
ἐργατικοί καὶ παντοδύναμοι, σάμπως νὰ βγῆκαν
μὲς ἀπὸ τοὺς πανάρχαιους μύθους...
Ὁ μικρότερος καραγωγέας,
μόλις δεκαοχτὼ χρονῶ, στίλβοντας ὅλος μὲς στὸ μεσημέρι,
γυμνός, καβάλλα στ' ἄλογό του, κάλπασε πέρα στὴ θάλασσα,
ἐνῶ ἕνα σύννεφο λευκό σημάδευε τὸν ἴσκιο τοῦ μὲς στὸ γαλάζιο...
Καὶ στὴν ἀκρογιαλιά, τὰ κάρρα, ὁλόχρυσα κι αὐτά,
ἔλαμπαν μὲς στὶς κυκλικές ἀνταύγειες τῶν τροχῶν τους
σὰν ἔνδοξα ἅρματα ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἑλληνικούς ἄγωνες,
ποὺ ἐδῶ σταμάτησαν καὶ ποὺ ἀπὸ δῶ πάλι θὰ ξανάρχιζαν...

Θά 'ρθει ο θάνατος και θά 'χει τα δικά σου μάτια–
ΑπάντησηΔιαγραφήεκείνος πλάι εκεί ο συνοδίτης
ο από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός ακοίμητος
και απηνής και αδιάφορος, σαν γριά φαφούτα Ερινύα
ή σαν τ’ άραχνα κρίματα τα παράλογα. Τα μάτια σου
θα είναι μάταιο ρήμα,
κραυγή πνιγμένη θα είναι, θά 'ναι σιωπή.
Και έτσι δα, έτσι θαν τα βλέπεις κάθε που ξυπνάς το πρωί
και σκύβεις και κοιτιέσαι στον καθρέφτη
μονάχη. Ω γλυκιά ελπίδα,
την ημέρα εκείνη θα δούμε και θα μάθουμε όλοι
ότι του βίου είσαι το πλήρωμα και το κενό της αβύσσου.
Για όλους έχει ο θάνατος μια ματιά φυλαγμένη.
Θά 'ρθει ο θάνατος και θά 'χει τα δικά σου μάτια.
Θά 'ναι σαν να ξεπλένεις κρίμα παλιό,
σαν να κοιτάς μες στον καθρέφτη και να βλέπεις
όψη νεκρή που αναδύεται,
και σαν ν’ ακούς να σου μιλάνε χείλη σφαλιστά.
Άλαλοι θα καταδυθούμε στα τάρταρα.
- Cesare Pavese
Πού χάθηκες, Σόλων!
Εγώ εδώ είμαι! Στείλε μου στο e-mail (emci-robokop@hotmail.com) το τηλέφωνό σου ή το νέο σου skype (αν δεν έχεις, φτειάξε) να μιλήσουμε! Όσο πιο γρήγορα μπορείς!
ΔιαγραφήTου Ψ.Σ. τα Ματωμένα Μουνάκια
ΑπάντησηΔιαγραφήμε τους ανέμους έφυγαν και τα θαλασσοπούλια.