Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016

Πωλ Βερλαίν - Οι Ράθυμοι

- Μπα! Και η μοίρα μας έγινε πεζή.
Αν θέλετε, πεθαίνουμε μαζί;
- Σπάνια η πρόταση, ορισμένως.

- Ωραίο το σπάνιο. Λοιπόν εμπρός.
Ο τόπος θαυμάσιος και ο καιρός.
- Χι! χι! χι! Απογοητευμένος!

- Ίσως. Αλλά προπάντων εραστής
άψογος. Ανέκαθεν ιδεαλιστής.
Να πεθάνουμε τώρα ελάτε.

- Περσότερο ειρωνεύεστε, θαρρώ,
παρά όσο κάνετε τον τρυφερό.
Πάψετε, κύριε, αν αγαπάτε.

Έτσι το βράδυ κείνο απάνω στη
χλόη, και στ' άνθη απάνω καθιστοί,
δυο περίεργοι ερωτευμένοι

αναβάλανε τέτοιο ζηλευτό
θάνατο, κι απομείνανε γι' αυτό
- χι! χι! χι! - καταγοητευμένοι.

Μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης


Τρίτη 30 Αυγούστου 2016

Μιλτιάδης Μαλακάσης - Μοίρες

Ἀργά, βαριὰ κι ἀκόμα σὰν βγαλμένα,
μές ἀπὸ νύχτες μακρινὲς ἄγνωστων χρόνων,
ἀπάνω στὰ λιθόστρωτα ἀντηχοῦν συρμένα,
κάποια χαμένα βήματα, λησμονημένα,
τὰ μυστικὰ παράπονα τῶν παραπόνων.

Ἀδύνατα κορμάκια, ἀποσωμένα,
πρόσωπα ποὺ δὲ φαίνεστε μὲς στὸ σκοτάδι,
μάτια μεγάλα, μαῦρα, ἀραχνιασμένα,
καὶ στεναγμοὶ βγαλμένοι μές ἀπὸ τὸν Ἅδη,
φαντάσματα σκυφτά, μαυροντυμένα,

Ποὺ ἀφήνετε τοὺς τάφους σας βράδυ σὲ βράδυ.
Καὶ δείχνετε, δὲ λέτε, περπατεῖτε μόνον,
μὲ τὰ βουβὰ παράπονα τῶν παραπόνων.

Κ.Π. Καβάφης - Στο πληκτικό χωριό

Στο πληκτικό χωριό που εργάζεται -
υπάλληλος σ’ ένα κατάστημα
εμπορικό· νεότατος - και που αναμένει
ακόμη δυο τρεις μήνες να περάσουν,
ακόμη δυο τρεις μήνες για να λιγοστέψουν οι δουλειές,
κ’ έτσι να μεταβεί στην πόλιν να ριχθεί
στην κίνηση και στην διασκέδασιν ευθύς·
στο πληκτικό χωριό όπου αναμένει -
έπεσε στο κρεβάτι απόψι ερωτοπαθής,
όλ’ η νεότης του στον σαρκικό πόθο αναμμένη,
εις έντασιν ωραίαν όλ’ η ωραία νεότης του.
Και μες στον ύπνον η ηδονή προσήλθε· μέσα
στον ύπνο βλέπει κ’ έχει την μορφή, την σάρκα που ήθελε...


Διονύσιος Σολωμός - Απ' τον «Λάμπρο»

Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσᾶτο ἀστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
τ᾿ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·
καὶ ἀποκεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ᾿ ἀέρι,
ποὺ λὲς καὶ λέει μὲς τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα:
«γλυκιὰ ἡ ζωή κι ὁ θάνατος μαυρίλα».


Κυριακή 28 Αυγούστου 2016

Φαίδων ο Πολίτης - Πνιγμός

Είπε πως δεν την αγαπούσε.
Δεν ήταν μόνο αυτό που είπε,
όμως αυτό ήταν πούχε σημασία.

Ο μικρός της κόσμος ρημάχτηκε.
Σύρθηκε στο κοντινότερο μπαρ
κ' έγινε σκνίπα στο μεθύσι.

Ύστερα παραδόθηκε
στον πρώτο ναύτη που συνάντησε.
«Τι πράμα είσαι συ;» της είπε
σαν είδε πως ήταν παρθένα.

Όταν εξαφανίστηκε κι αυτός,
τότε κ' εκείνη
τρεκλίζοντας όσο καμιά άλλη φορά
έπεσε μες στον Τάμεση.

-----------------------------------------------------------------------------------

He said, he did not love her.
That was not all he said
but that was all that mattered.

Her little cosmos ruined.
She took her steps
to the nearest bar
and there drank herself drunk.

Then she gave herself
to the first sailor she met.
"What's the idea lady", he said
when he found she was a virgin.

When he went away,
her steps more unsteady than ever,
she dived in the Thames.

Μετάφραση: Ντίνος Χριστιανόπουλος


Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

Κώστας Καρυωτάκης - Οι αγάπες

Θάρθουν ὅλες μία μέρα, καὶ γύρω μου
θὰ καθίσουν βαθιὰ λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τὰ μάτια τους,
θὰ πετοῦνε στὴν κάμαρα μέσα.
Ὠχρὰ χέρια θὰ σβήνουν στὸ σύθαμπο
καὶ θανάσιμα χείλη θὰ τρέμουν.

«Ἀδελφέ» θὰ μοῦ ποῦν «δέντρα φεύγουνε
μὲς στὴ θύελλα, καὶ πιὰ δὲ μποροῦμε,
δὲν ὁρίζουμε πιὰ τὸ ταξίδι μας.
Ἕνα θάνατο πᾶρε καὶ δῶσε.
Ἐμεῖς, κοίτα, στὰ πόδια σου ἀφήνουμε,
συναγμένο ἀπὸ χρόνια, τὸ δάκρυ.

»Τὰ χρυσὰ ποῦναι τώρα φθινόπωρα,
ποῦ τὰ θεῖα καλοκαίρια στὰ δάση;
Ποῦ οἱ νυχτιὲς μὲ τὸν ἄπειρον, ἔναστρο
οὐρανό, τὰ τραγούδια στὸ κῦμα;
Ὅταν πίσω καὶ πέρα μακραίνανε,
ποῦ νὰ ἐπῆγαν χωριά, πολιτεῖες;

»Οἱ θεοὶ μᾶς ἐγέλασαν, οἱ ἄνθρωποι,
κ' ἤρθαμε ὅλες ἀπόψε κοντά σου,
γιατί πιὰ τὴν ἐλπίδα δὲν ἄξιζε
τὸ σκληρό μας, ἀβέβαιο ταξίδι.
Σὰ φιλί, σὰν ἐκεῖνα ποὺ ἀλλάζαμε,
ἕνα θάνατο πᾶρε καὶ δῶσε.»

Θὰ τελειώσουν. Ἐπάνω μου γέρνοντας,
θ᾿ ἀπομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ὁλοένα στὴν ἥσυχη κάμαρα
θὰ βραδιάζει, καὶ μήτε θὰ βλέπω
τὰ μεγάλα σὰν ἔκπληκτα μάτια τους
ποὺ γεμίζανε φῶς τὴ ζωή μου...


Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος - Άσ' τη βάρκα

Άσ' τη βάρκα στο κύμα όπου θέλει να τρέχει,
ας ορίζει το αέρι, τιμόνι, πανί,
τα φτερά άπλωσε πλέρια - άκρη ο κόσμος δεν έχει·
είναι πιο όμορφοι οι άγνωροι πάντα γιαλοί!
Η ζωή μια δροσιά είναι, ένα κύμα· ας το φέρει
όπου θέλει το αέρι, όπου ξέρει το αέρι...

Ας αλλάζουν λιβάδια με βράχους και δάση,
γύρω ας φεύγουν πού πύργοι, πού καλύβας καπνός·
είτε ειδύλλιο γελούμενο απλώνεται η πλάση,
είτε αντάρες και μπόρες κρεμά ο ουρανός,
μη θαρρείς το πανί σου μπορείς να βαστάξεις·
όπου θέλει το κύμα μαζί του θ’ αράξεις!..

Τι γυρεύεις, τι θέλεις μη και συ το γνωρίζεις;
Κ' έχεις πιάσει ποτέ σου το τι κυνηγάς;
Μη όπου σπέρνεις καλό το κακό δε θερίζεις;
δε σκοντάβεις σ' ερώτημα σ' ό,τι ρωτάς;
Κι ό,τι σ’ έχει μαγέψει, κι ό,τι σου έχει γελάσει,
το έχεις μόνος κερδίσει, μοναχός ετοιμάσει;..

Άσε τότε το κύμα όπου θέλει να σπάζει,
άσ' τις ζάλες να σέρνουν τυφλά την καρδιά·
κι αν τριγύρω βογγά, κι αν ψηλά συννεφιάζει,
κάπου ο ήλιος σε κάποιο γιαλό θα γελά·
κι αν πικρό την ψυχή σου το δάκρυ τη ραίνει,
πάντα κάπου κρυφή μια χαρά την προσμένει!..


Τρίτη 23 Αυγούστου 2016

Σαρλ Μπωντλέρ - Ύμνος στην Ομορφιά

Έρχεσαι απ' τον βαθύ ουρανό ή μια άβυσσος σε βγάζει
εσέ, Ομορφιά; Το βλέμμα σου θείο, σατανικό
μαζί με το ευεργέτημα το έγκλημα μοιράζει,
γι' αυτό μπορώ με το κρασί πως μοιάζεις να σου πω.

Κρύβεις βαθιά στα μάτια σου ανατολή και δύση·
σκορπάς αρώματα σαν μια βραδιά θυελλική·
το φίλημά σου φίλτρο είναι, το στόμα μόσχου βρύση,
που κάνουν τον ήρωα άναντρο κι αντρείο το παιδί.

Από το μαύρο βάραθρο ή απ' τ' αστέρια φτάνεις;
Η Μοίρα το φουστάνι σου σαν σκύλος ακλουθά·
τον κόσμο πότε μια χαρά πότε ρημάδι κάνεις,
και κυβερνάς τα πάντα Εσύ, δίχως ευθύνη μια.

Πάνω σε πτώματα, Ομορφιά, πατάς και κοροϊδεύεις·
η Φρίκη απ' τα διαμάντια σου δε λείπει, τα καλά·
κι ο Φόνος, απ' τα πιο αρεστά στολίδια που μαζεύεις,
χορεύει στην περήφανη κοιλιά σου ερωτικά.

Η αίγλη που γύρω ο θαυμασμός ο εφήμερος σου στέρνει,
σπιθοβολά, φλογά και λέει: «Ευλογημένη Αυτή!».
Κι ο αλαφιασμένος εραστής πάνω από σε όταν γέρνει
χαϊδεύει, λες, τον τάφο του, σαν να ψυχομαχεί.

Είτ' έρχεσαι απ' τον ουρανό, τον Άδη, τι με νοιάζει,
τι, Ομορφιά, τέρας τρανό, αθώο, φοβερό,
αφού μάτι και γέλιο σου και πόδι σου με βάζει
σ' άγνωστους κόσμους που αγαπώ χωρίς να τους ιδώ;

Σειρήνα ή Άγγελος, Θεός ή Σατανάς μπροστά μου,
ω, τι με νοιάζει, αφού μ' αυτή τη νεραϊδοματιά,
κάνεις - ω φως, ρυθμέ, ευωδιά, μόνη βασίλισσά μου! -
τη γη πιο ωραία και τη στιγμή λιγότερο βαριά;

Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης



Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Άλτζερνον Τσαρλς Σουίνμπερν - Κάτω από ένα φωτισμένο σπίτι

Χάιδεψε με τ' αντίφεγγό σου, αποσπερίτη,
το πρόσωπο της κόρης που αγαπώ.
Μούπε πως θα κοιμάται, αλλά το σπίτι
κοίτα πώς λάμπει μες στο φως το χαρωπό!

Ίσως και να χορεύει, ποιος το ξέρει;
Τους όρκους ποιος πιστεύει τώρα πλια;
Θαρρώ τη βλέπω, σπλαχνικότατό μου αστέρι,
να γέρνει μες σε κάποιαν αγκαλιά.

Κι αν ξεγελιέμαι, κι αν εκείνη είν’ άλλη,
ποιος ξέρει αυτή με ποιον κρυφομιλεί;
Η σάλα του σπιτιού της είν’ μεγάλη
κ' οι καλεσμένοι είναι πολλοί.

Τι κρύο, αλήθεια, απόψε, ω τι κρύο!
τα λόγια μου θαρρώ τα τραγουδώ.
Βλέπω και συ πως φεύγεις, άστρο θείο,
όμως εγώ θα μείνω ακόμα εδώ.

Μετάφραση: Μιλτιάδης Μαλακάσης


Παρασκευή 19 Αυγούστου 2016

Τάκης Παυλοστάθης - Νεανικό

Άτιμη γεννεά.
Χθες μόλις φιλολογούντες νεαροί
μπαίνοντες με άρβυλα
και μπλου-τζηνς
στους ναούς τής Τέχνης!
Σήμερα «νέοι λογοτέχνες»…
Αύριο, σύντομα,
«δόκιμοι συγγραφείς».
Ε, όχι και «δόκιμοι συγγραφείς»,
ρε παιδιά!..