Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016

Πωλ Βερλαίν - Οι Ράθυμοι

- Μπα! Και η μοίρα μας έγινε πεζή.
Αν θέλετε, πεθαίνουμε μαζί;
- Σπάνια η πρόταση, ορισμένως.

- Ωραίο το σπάνιο. Λοιπόν εμπρός.
Ο τόπος θαυμάσιος και ο καιρός.
- Χι! χι! χι! Απογοητευμένος!

- Ίσως. Αλλά προπάντων εραστής
άψογος. Ανέκαθεν ιδεαλιστής.
Να πεθάνουμε τώρα ελάτε.

- Περσότερο ειρωνεύεστε, θαρρώ,
παρά όσο κάνετε τον τρυφερό.
Πάψετε, κύριε, αν αγαπάτε.

Έτσι το βράδυ κείνο απάνω στη
χλόη, και στ' άνθη απάνω καθιστοί,
δυο περίεργοι ερωτευμένοι

αναβάλανε τέτοιο ζηλευτό
θάνατο, κι απομείνανε γι' αυτό
- χι! χι! χι! - καταγοητευμένοι.

Μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης


Τρίτη 30 Αυγούστου 2016

Μιλτιάδης Μαλακάσης - Μοίρες

Ἀργά, βαριὰ κι ἀκόμα σὰν βγαλμένα,
μές ἀπὸ νύχτες μακρινὲς ἄγνωστων χρόνων,
ἀπάνω στὰ λιθόστρωτα ἀντηχοῦν συρμένα,
κάποια χαμένα βήματα, λησμονημένα,
τὰ μυστικὰ παράπονα τῶν παραπόνων.

Ἀδύνατα κορμάκια, ἀποσωμένα,
πρόσωπα ποὺ δὲ φαίνεστε μὲς στὸ σκοτάδι,
μάτια μεγάλα, μαῦρα, ἀραχνιασμένα,
καὶ στεναγμοὶ βγαλμένοι μές ἀπὸ τὸν Ἅδη,
φαντάσματα σκυφτά, μαυροντυμένα,

Ποὺ ἀφήνετε τοὺς τάφους σας βράδυ σὲ βράδυ.
Καὶ δείχνετε, δὲ λέτε, περπατεῖτε μόνον,
μὲ τὰ βουβὰ παράπονα τῶν παραπόνων.

Κ.Π. Καβάφης - Στο πληκτικό χωριό

Στο πληκτικό χωριό που εργάζεται -
υπάλληλος σ’ ένα κατάστημα
εμπορικό· νεότατος - και που αναμένει
ακόμη δυο τρεις μήνες να περάσουν,
ακόμη δυο τρεις μήνες για να λιγοστέψουν οι δουλειές,
κ’ έτσι να μεταβεί στην πόλιν να ριχθεί
στην κίνηση και στην διασκέδασιν ευθύς·
στο πληκτικό χωριό όπου αναμένει -
έπεσε στο κρεβάτι απόψι ερωτοπαθής,
όλ’ η νεότης του στον σαρκικό πόθο αναμμένη,
εις έντασιν ωραίαν όλ’ η ωραία νεότης του.
Και μες στον ύπνον η ηδονή προσήλθε· μέσα
στον ύπνο βλέπει κ’ έχει την μορφή, την σάρκα που ήθελε...


Διονύσιος Σολωμός - Απ' τον «Λάμπρο»

Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσᾶτο ἀστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
τ᾿ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·
καὶ ἀποκεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ᾿ ἀέρι,
ποὺ λὲς καὶ λέει μὲς τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα:
«γλυκιὰ ἡ ζωή κι ὁ θάνατος μαυρίλα».


Κυριακή 28 Αυγούστου 2016

Φαίδων ο Πολίτης - Πνιγμός

Είπε πως δεν την αγαπούσε.
Δεν ήταν μόνο αυτό που είπε,
όμως αυτό ήταν πούχε σημασία.

Ο μικρός της κόσμος ρημάχτηκε.
Σύρθηκε στο κοντινότερο μπαρ
κ' έγινε σκνίπα στο μεθύσι.

Ύστερα παραδόθηκε
στον πρώτο ναύτη που συνάντησε.
«Τι πράμα είσαι συ;» της είπε
σαν είδε πως ήταν παρθένα.

Όταν εξαφανίστηκε κι αυτός,
τότε κ' εκείνη
τρεκλίζοντας όσο καμιά άλλη φορά
έπεσε μες στον Τάμεση.

-----------------------------------------------------------------------------------

He said, he did not love her.
That was not all he said
but that was all that mattered.

Her little cosmos ruined.
She took her steps
to the nearest bar
and there drank herself drunk.

Then she gave herself
to the first sailor she met.
"What's the idea lady", he said
when he found she was a virgin.

When he went away,
her steps more unsteady than ever,
she dived in the Thames.

Μετάφραση: Ντίνος Χριστιανόπουλος


Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

Κώστας Καρυωτάκης - Οι αγάπες

Θάρθουν ὅλες μία μέρα, καὶ γύρω μου
θὰ καθίσουν βαθιὰ λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τὰ μάτια τους,
θὰ πετοῦνε στὴν κάμαρα μέσα.
Ὠχρὰ χέρια θὰ σβήνουν στὸ σύθαμπο
καὶ θανάσιμα χείλη θὰ τρέμουν.

«Ἀδελφέ» θὰ μοῦ ποῦν «δέντρα φεύγουνε
μὲς στὴ θύελλα, καὶ πιὰ δὲ μποροῦμε,
δὲν ὁρίζουμε πιὰ τὸ ταξίδι μας.
Ἕνα θάνατο πᾶρε καὶ δῶσε.
Ἐμεῖς, κοίτα, στὰ πόδια σου ἀφήνουμε,
συναγμένο ἀπὸ χρόνια, τὸ δάκρυ.

»Τὰ χρυσὰ ποῦναι τώρα φθινόπωρα,
ποῦ τὰ θεῖα καλοκαίρια στὰ δάση;
Ποῦ οἱ νυχτιὲς μὲ τὸν ἄπειρον, ἔναστρο
οὐρανό, τὰ τραγούδια στὸ κῦμα;
Ὅταν πίσω καὶ πέρα μακραίνανε,
ποῦ νὰ ἐπῆγαν χωριά, πολιτεῖες;

»Οἱ θεοὶ μᾶς ἐγέλασαν, οἱ ἄνθρωποι,
κ' ἤρθαμε ὅλες ἀπόψε κοντά σου,
γιατί πιὰ τὴν ἐλπίδα δὲν ἄξιζε
τὸ σκληρό μας, ἀβέβαιο ταξίδι.
Σὰ φιλί, σὰν ἐκεῖνα ποὺ ἀλλάζαμε,
ἕνα θάνατο πᾶρε καὶ δῶσε.»

Θὰ τελειώσουν. Ἐπάνω μου γέρνοντας,
θ᾿ ἀπομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ὁλοένα στὴν ἥσυχη κάμαρα
θὰ βραδιάζει, καὶ μήτε θὰ βλέπω
τὰ μεγάλα σὰν ἔκπληκτα μάτια τους
ποὺ γεμίζανε φῶς τὴ ζωή μου...


Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος - Άσ' τη βάρκα

Άσ' τη βάρκα στο κύμα όπου θέλει να τρέχει,
ας ορίζει το αέρι, τιμόνι, πανί,
τα φτερά άπλωσε πλέρια - άκρη ο κόσμος δεν έχει·
είναι πιο όμορφοι οι άγνωροι πάντα γιαλοί!
Η ζωή μια δροσιά είναι, ένα κύμα· ας το φέρει
όπου θέλει το αέρι, όπου ξέρει το αέρι...

Ας αλλάζουν λιβάδια με βράχους και δάση,
γύρω ας φεύγουν πού πύργοι, πού καλύβας καπνός·
είτε ειδύλλιο γελούμενο απλώνεται η πλάση,
είτε αντάρες και μπόρες κρεμά ο ουρανός,
μη θαρρείς το πανί σου μπορείς να βαστάξεις·
όπου θέλει το κύμα μαζί του θ’ αράξεις!..

Τι γυρεύεις, τι θέλεις μη και συ το γνωρίζεις;
Κ' έχεις πιάσει ποτέ σου το τι κυνηγάς;
Μη όπου σπέρνεις καλό το κακό δε θερίζεις;
δε σκοντάβεις σ' ερώτημα σ' ό,τι ρωτάς;
Κι ό,τι σ’ έχει μαγέψει, κι ό,τι σου έχει γελάσει,
το έχεις μόνος κερδίσει, μοναχός ετοιμάσει;..

Άσε τότε το κύμα όπου θέλει να σπάζει,
άσ' τις ζάλες να σέρνουν τυφλά την καρδιά·
κι αν τριγύρω βογγά, κι αν ψηλά συννεφιάζει,
κάπου ο ήλιος σε κάποιο γιαλό θα γελά·
κι αν πικρό την ψυχή σου το δάκρυ τη ραίνει,
πάντα κάπου κρυφή μια χαρά την προσμένει!..


Τρίτη 23 Αυγούστου 2016

Σαρλ Μπωντλέρ - Ύμνος στην Ομορφιά

Έρχεσαι απ' τον βαθύ ουρανό ή μια άβυσσος σε βγάζει
εσέ, Ομορφιά; Το βλέμμα σου θείο, σατανικό
μαζί με το ευεργέτημα το έγκλημα μοιράζει,
γι' αυτό μπορώ με το κρασί πως μοιάζεις να σου πω.

Κρύβεις βαθιά στα μάτια σου ανατολή και δύση·
σκορπάς αρώματα σαν μια βραδιά θυελλική·
το φίλημά σου φίλτρο είναι, το στόμα μόσχου βρύση,
που κάνουν τον ήρωα άναντρο κι αντρείο το παιδί.

Από το μαύρο βάραθρο ή απ' τ' αστέρια φτάνεις;
Η Μοίρα το φουστάνι σου σαν σκύλος ακλουθά·
τον κόσμο πότε μια χαρά πότε ρημάδι κάνεις,
και κυβερνάς τα πάντα Εσύ, δίχως ευθύνη μια.

Πάνω σε πτώματα, Ομορφιά, πατάς και κοροϊδεύεις·
η Φρίκη απ' τα διαμάντια σου δε λείπει, τα καλά·
κι ο Φόνος, απ' τα πιο αρεστά στολίδια που μαζεύεις,
χορεύει στην περήφανη κοιλιά σου ερωτικά.

Η αίγλη που γύρω ο θαυμασμός ο εφήμερος σου στέρνει,
σπιθοβολά, φλογά και λέει: «Ευλογημένη Αυτή!».
Κι ο αλαφιασμένος εραστής πάνω από σε όταν γέρνει
χαϊδεύει, λες, τον τάφο του, σαν να ψυχομαχεί.

Είτ' έρχεσαι απ' τον ουρανό, τον Άδη, τι με νοιάζει,
τι, Ομορφιά, τέρας τρανό, αθώο, φοβερό,
αφού μάτι και γέλιο σου και πόδι σου με βάζει
σ' άγνωστους κόσμους που αγαπώ χωρίς να τους ιδώ;

Σειρήνα ή Άγγελος, Θεός ή Σατανάς μπροστά μου,
ω, τι με νοιάζει, αφού μ' αυτή τη νεραϊδοματιά,
κάνεις - ω φως, ρυθμέ, ευωδιά, μόνη βασίλισσά μου! -
τη γη πιο ωραία και τη στιγμή λιγότερο βαριά;

Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης



Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Άλτζερνον Τσαρλς Σουίνμπερν - Κάτω από ένα φωτισμένο σπίτι

Χάιδεψε με τ' αντίφεγγό σου, αποσπερίτη,
το πρόσωπο της κόρης που αγαπώ.
Μούπε πως θα κοιμάται, αλλά το σπίτι
κοίτα πώς λάμπει μες στο φως το χαρωπό!

Ίσως και να χορεύει, ποιος το ξέρει;
Τους όρκους ποιος πιστεύει τώρα πλια;
Θαρρώ τη βλέπω, σπλαχνικότατό μου αστέρι,
να γέρνει μες σε κάποιαν αγκαλιά.

Κι αν ξεγελιέμαι, κι αν εκείνη είν’ άλλη,
ποιος ξέρει αυτή με ποιον κρυφομιλεί;
Η σάλα του σπιτιού της είν’ μεγάλη
κ' οι καλεσμένοι είναι πολλοί.

Τι κρύο, αλήθεια, απόψε, ω τι κρύο!
τα λόγια μου θαρρώ τα τραγουδώ.
Βλέπω και συ πως φεύγεις, άστρο θείο,
όμως εγώ θα μείνω ακόμα εδώ.

Μετάφραση: Μιλτιάδης Μαλακάσης


Παρασκευή 19 Αυγούστου 2016

Τάκης Παυλοστάθης - Νεανικό

Άτιμη γεννεά.
Χθες μόλις φιλολογούντες νεαροί
μπαίνοντες με άρβυλα
και μπλου-τζηνς
στους ναούς τής Τέχνης!
Σήμερα «νέοι λογοτέχνες»…
Αύριο, σύντομα,
«δόκιμοι συγγραφείς».
Ε, όχι και «δόκιμοι συγγραφείς»,
ρε παιδιά!..


Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Γεώργιος Βιζυηνός - Στίχοι γραμμένοι στο φρενοκομείο

Μες στα στήθια η συμφορά
σαν το κύμα πλημυρά,
σέρνω το βαρύ μου βήμα
σ’ ένα μνήμα!

Σαν μ’ αρπάχθηκε η χαρά,
που εχαιρόμουν μια φορά,
έτσι σε μιαν ώρα…
μες σ’ αυτήν την χώρα
όλ’ άλλαξαν τώρα!

Και από τότε που θρηνώ
το ξανθό και γαλανό
και ουράνιο φως μου,
μετεβλήθη εντός μου
και ο ρυθμός του κόσμου.

Μες στα στήθια η συμφορά
σαν το κύμα πλημυρά,
σέρνω το βαρύ μου βήμα
σ’ ένα μνήμα…

Τον σταυρό τον αψηλό
αγκαλιά γλυκοφιλώ
το μυριάκριβο όνομα της,
κι απ’ τα χώματα της,

η φωνή της η χρυσή
με καλεί: «Έλα και συ
δίπλα στο ξανθό παιδί σου
και κοιμήσου!


Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

Κώστας Μόντης - Η Καρδιά

Τώρα προσπάθησε, άντε γεια σου,
να κουβεντιάσεις την καρδιά σου!
Να τη ρωτήξεις πια γιατί
τσαλαβουτά στο κάθε τι.
Όπου γυρνάς - παρούσα: Νάμαι!
Στο χάος να σκύβεις έτσι αστεία,
και να σε σπρώχνει εκείνη: Πάμε!


Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

Κ.Π. Καβάφης - Δυο νέοι, 23 έως 24 ετών

Aπ’ τες δεκάμισυ ήτανε στο καφενείον,
και τον περίμενε σε λίγο να φανεί.
Πήγαν μεσάνυχτα - και τον περίμενεν ακόμη.
Πήγεν η ώρα μιάμισυ· είχε αδειάσει
το καφενείον ολοτελώς σχεδόν.
Βαρέθηκεν εφημερίδες να διαβάζει
μηχανικώς. Aπ’ τα έρημα, τα τρία σελίνια του
έμεινε μόνον ένα: τόση ώρα που περίμενε
ξόδιασε τ’ άλλα σε καφέδες και κονιάκ.
Κάπνισεν όλα του τα σιγαρέτα.
Τον εξαντλούσε η τόση αναμονή. Γιατί
κιόλας μονάχος όπως ήταν για ώρες, άρχισαν
να τον καταλαμβάνουν σκέψεις οχληρές
της παραστρατημένης του ζωής.

Μα σαν είδε τον φίλο του να μπαίνει— ευθύς
η κούρασις, η ανία, οι σκέψεις φύγανε.

Ο φίλος του έφερε μια ανέλπιστη είδησι.
Είχε κερδίσει στο χαρτοπαικτείον εξήντα λίρες.

Τα έμορφά τους πρόσωπα, τα εξαίσιά τους νιάτα,
η αισθητική αγάπη που είχαν μεταξύ τους,
δροσίσθηκαν, ζωντάνεψαν, τονώθηκαν
απ’ τες εξήντα λίρες του χαρτοπαικτείου.

Κι όλο χαρά και δύναμις, αίσθημα κι ωραιότης
πήγαν - όχι στα σπίτια των τιμίων οικογενειών τους
(όπου, άλλωστε, μήτε τους θέλαν πια):
σ’ ένα γνωστό τους, και λίαν ειδικό,
σπίτι της διαφθοράς πήγανε και ζητήσαν
δωμάτιον ύπνου, κι ακριβά πιοτά, και ξαναήπιαν.

Και σαν σωθήκαν τ’ ακριβά πιοτά,
και σαν πλησίαζε πια η ώρα τέσσερες,
στον έρωτα δοθήκαν ευτυχείς.


Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

Φερνάντο Πεσσόα - Αν είμαι μυστικιστής;

Αν είμαι μυστικιστής είπατε;
Ναι, είμαι!
Είμαι, αλλά μόνο με το σώμα.
Η ψυχή μου είναι απλή, δεν σκέφτεται.
Ο μυστικισμός μου έγκειται
στην άρνηση της γνώσης.
Σε μια ζωή χωρίς σκέψεις.

Δεν με νοιάζει τι είναι η φύση, την τραγουδώ.
Ζω στην κορυφή ενός λόφου,
σ’ ένα μοναχικό ασβεστωμένο σπίτι..

Νά ποιος είμαι!

Μετάφραση: Μέμη Σπυράτου




Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Χάινριχ Χάινε - Κάτω κόσμος

Αχ, τι τόθελα ο καημένος,
κλαίει ο Πλούτων και θρηνεί,
να γυρέψω εγώ γυνή.
Τώρα μόνο, παντρεμένος,
είδα τι θα πει σκοτάδι:
μούρθε η Κόλαση στον Άδη!

Αχ, εργένης να μη μείνω!
Είναι με την Περσεφόνη
η ζωή μια σκέτη αγχόνη,
βρόχος να τον υπομείνω!
Σαν αρχίζει και γκρινιάζει
ως κι ο Κέρβερος λουφάζει.

Μες στον ζόφο αυτού του λάκκου
άλλος ποιος τόσα περνά;
Ησυχία ζητάω; Του κάκου!
Μπρος στα πάθη μου ωχριά
του Σισύφου το λιθάρι…
Αχ, ο διάολος θα με πάρει!

Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης


Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

Σαπφώ - Για την Ατθίδα

Πάλι, πάλι ο έρωτας, ο έρωτας με παιδεύει
και πώς να τον παλέψω, Ατθίδα μου,
που αυτός με τα φαρμάκια και τις γλύκες του
μου κόβει τα ήπατα το τέρας!
Κ’ εσύ πάει με βαρέθηκες…
κάνεις φτερά, το ξέρω, για την Ανδρομέδα.
Ποια ‘ναι λοιπόν αυτή που σε ξετρέλανε
η χωριάτα, που μήτε καν
πώς να κρατήσει το φουστάνι της
πάνω από τον αστράγαλο δεν ξέρει;

Ανασύνθεση και απόδοση: Οδυσσέας Ελύτης


Τρίτη 9 Αυγούστου 2016

Κώστας Ουράνης - Θα πεθάνω ένα πένθιμο...

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσ᾿ στὴν κρύα μου κάμαρα, ὅπως ἔζησα μόνος·
στὴ στερνὴ ἀγωνία μου τὴ βροχὴ θὲ ν᾿ ἀκούω
καὶ τὸν κούφιο τὸν θόρυβο ποὺ ἀνεβάζει ὁ δρόμος.

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσα σ᾿ ἔπιπλα ξένα καὶ σὲ σκόρπια βιβλία,
θὰ μὲ βροῦν στὸ κρεββάτι μου. Θὲ νἀρθεῖ ὁ ἀστυνόμος
θὰ μὲ θάψουν σὰν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε ἱστορία.

Ἀπ᾿ τοὺς φίλους ποὺ παίζαμε πότε-πότε χαρτιὰ
θὰ ρωτήσει κανένας τους ἔτσι ἁπλά: «Τὸν Οὐράνη
μὴν τὸν εἶδε κανείς; Ἔχει μέρες ποὺ χάθηκε!...»
Θ᾿ ἀπαντήσει ἄλλος παίζοντας: «Μ᾿ αὐτὸς ἔχει πεθάνει».

Μιὰ στιγμὴ θὰ κοιτάξουνε ὁ καθένας τὸν ἄλλον,
θὰ κουνήσουν περίλυπα καὶ σιγὰ τὸ κεφάλι,
θὲ νὰ ποῦν: «Τ᾿ εἶν᾿ ὁ ἄνθρωπος!... Χτὲς ἀκόμα ζοῦσε!»
Καὶ βουβὰ τὸ παιγνίδι τους θ᾿ ἀρχινήσουνε πάλι.

Κάποιος θἆναι συνάδελφος στὰ «ψιλὰ» ποὺ θὰ γράψει
πὼς «προώρως ἀπέθανεν ὁ Οὐράνης στὴν ξένην,
νέος γνωστὸς εἰς τοὺς κύκλους μας, ποὖχε κάποτ᾿ ἐκδώσει
συλλογὴν μὲ ποιήματα πολλὰ ὑποσχομένην».

Κι αὐτὸς θἆναι ὁ στερνός της ζωῆς μου ἐπιτάφιος.
Θὰ μὲ κλάψουνε βέβαια μόνο οἱ γέροι γονιοί μου
καὶ θὰ κάνουν μνημόσυνο μὲ περίσιους παπάδες
ὅπου θἆναι ὅλοι οἱ φίλοι μου κ' ἴσως-ἴσως οἱ ὀχτροί μου.

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
σὲ μία κάμαρα ξένη στὸ πολύβοο Παρίσι,
καὶ μία Κίττυ θαρώντας πὼς τὴν ξέχασα γι᾿ ἄλλην
θὰ μοῦ γράψει ἕνα γράμμα - καὶ νεκρὸ θὰ μὲ βρίσει.


Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

Κώστας Μόντης - Νύχτες

Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,
και θα μπορέσεις ύστερα να πας
σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.
Όμως όταν τελειώσουν όλα
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;
Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια,
Θάσαι μονάχος.
Και τότες θα λογαριαστείτε.
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.
Θάσαι μονάχος
κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα,
κι απ’ τη δουλειά σου και τους φίλους.
Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θάρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό, και περιμένει.
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.


Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

Γεώργιος Βιζυηνός - Η Κρυμμένη Θλίψις

Πῶς κρύβω τὴν ὀλίγη μου χαρά,
οἱ φίλοι μου ποτὲ δὲν θὰ μὲ ’ποῦνε:
Τῶν τραγουδιῶν μου τὰ γοργὰ φτερὰ
σταὶς συντροφιαίς μας τὴν σκορποῦνε,
ἀνόθευτη καὶ καθαρή.
Ἀλλὰ τὴν θλίψιν, ὅπου πλημμυρεῖ
εἰς τῆς καρδίας μου τὰ βάθη,
κανείς, κανεὶς δὲν θὰ τὴν μάθῃ.

Δὲν εἶν’ ὁ κόσμος ὅλος ἀπαθής,
Τ’ ὁμολογῶ αὐτὸ πρὸς ἔπαινόν του.
Μά, ἔχει τόσαις θλίψαις ὁ καθείς,
ποῦ μόλις καὶ τὸν ἑαυτόν του
ἀδειάζει νὰ παρηγορῇ.
Γι’ αὐτὸ τὴν θλίψην, ὅπου πλημμυρεῖ
εἰς τῆς καρδίας μου τὰ βάθη,
κανείς, κανεὶς δὲν θὰ τὴν μάθῃ.

Ἐγνώριζ’ ἄλλοτε μιὰ Χριστιανή,
ἀπ’ ὅλους μας πλειότερο θλιμμένη.
Ἂν ἤξευρε τίνος καρδιὰ πονεῖ,
θὰ ἐπετοῦσε νὰ μοῦ γένῃ
παρηγορία γλυκερή.
Αὐτή, τὴν θλίψην, ὅπου πλημμυρεῖ
εἰς τῆς καρδίας μου τὰ βάθη,
αὐτή, ’μποροῦσε νὰ τὴν μάθῃ.

Μά, ’μίσεψε σὲ χώρα μακρυά,
ποῦ εἴδηση δὲν εἰμπορεῖ νὰ φθάσῃ!
Ἄχ! μοῦ ἀπέθαν’ ἡ καλὴ γρῃά,
καὶ μοῦ τὴν ἔχουνε σκεπάσει
μέσα στὴν γῆ τὴν παγερή!
Γι’ αὐτὸ τὴν θλίψην, ὅπου πλημμυρεῖ
εἰς τῆς καρδίας μου τὰ βάθη,
κανείς, κανεὶς δὲν θὰ τὴν μάθῃ!

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016

Έμιλυ Ντίκινσον - Η Ελπίδα είναι αυτό με τα φτερά (314)

Η «Ελπίδα» είναι αυτό με τα φτερά –
Που μέσα στην ψυχή κουρνιάζει –
Και μελωδία δίχως λέξεις τραγουδά –
Και που ποτέ – στιγμή – δεν ησυχάζει.

Γλυκά – στη Θύελλα – ολόγλυκα ηχεί –
Ανάθεμα στην καταιγίδα που θα κάνει –
Να πάψει το Πουλάκι που ζεστή
Κρατά κάθε καρδιά που ᾽χει αποκάμει –

Στη γη του πάγου τ᾽άκουγα για ώρα –
Και σε νερά ανοίκεια μακρυσμένα –
Μ᾽ακόμα και στης ´Ενδειας τη χώρα,
Ούτ᾽ένα ψίχουλο δεν ζήτησε – από μένα.

-----------------------------------------------------------------------------------

“Hope” is the thing with feathers -
That perches in the soul -
And sings the tune without the words -
And never stops - at all -

And sweetest - in the Gale - is heard -
And sore must be the storm -
That could abash the little Bird
That kept so many warm -

I’ve heard it in the chillest land -
And on the strangest Sea -
Yet - never - in Extremity,
It asked a crumb - of me.

Μετάφραση: Μαρία Δαμολή, απ' το βιβλίο: Ποιήματα, εκδόσεις Γιαλός

Διονύσιος Σολωμός - Η καταστροφή τών Ψαρών

Στῶν Ψαρῶν τὴν ὁλόμαυρη ράχη
περπατώντας ἡ Δόξα μονάχη,
μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια,
καὶ στὴν κόμη στεφάνη φορεῖ,
γεναμένο ἀπὸ λίγα χορτάρια,
ποὺ εἶχαν μείνει στὴν ἔρημη γῆ.

Ζαχαρίας Παπαντωνίου - Ο παπαγάλος

Σὰν ἔμαθε τὴ λέξη καλησπέρα
ὁ παπαγάλος, εἶπε ξαφνικά:
«Εἶμαι σοφός, γνωρίζω ἑλληνικὰ
τί κάθομαι ἐδῶ πέρα!»

Τὴν πράσινη ζακέτα του φορεῖ
καὶ στὸ συνέδριο τῶν πουλιῶν πηγαίνει,
γιὰ νὰ τοὺς πεῖ μιὰ γνώμη φωτισμένη.
Παίρνει μιὰ στάση λίγο σοβαρή,
ξεροβήχει, κοιτάζει λίγο πέρα
καὶ τοὺς λέει: καλησπέρα!

Ὁ λόγος του θαυμάστηκε πολύ.
Τί διαβασμένος, λένε, ὁ παπαγάλος!
Θἆναι σοφὸς αὐτὸς πολὺ μεγάλος,
ἀφοῦ μπορεῖ κι ἀνθρώπινα μιλεῖ!

Ἀπ᾿ τὶς Ἰνδίες φερμένος, ποιὸς τὸ ξέρει
πόσα βιβλία μαζί του νἄχει φέρει,
μὲ τὶ σοφοὺς ἐμίλησε, καὶ πόσα
νὰ ξέρει στῶν γραμματικῶν τὴ γλώσσα!

«Κυρ-παπαγάλε, θἄχουμε τὴν τύχη
ν᾿ ἀκούσουμε τὶ λὲς καὶ πάρα πέρα;»
Ὁ παπαγάλος βήχει, ξεροβήχει,
μὰ τὶ νὰ πεῖ; Ξανάπε: καλησπέρα!

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Ρένος Αποστολίδης - Τα μάτια της

Σὺ ποὺ δέν ὑπάρχεις
μὲς σ' αὐτὰ τὰ στάχια
τὰ χρυσά ἀπ' τὸν ἥλιο ποὺ ἀνεμίζουν·
σὺ ποὺ δέν ὑπάρχεις, πέρα ὥς πέρα,
μέσα στὸν πλατύ γαλανό οὐρανό·
σὺ ποὺ δέν ὑπάρχεις
μέσα στὴν καρδιά μου -
ἄκουσέ με :

῎Αν χρειαστῇ,
ἄν ἔρθῃ κείνη ἡ ὥρα,
δέ θέλω,
δέ μπορῶ νὰ πεθάνω.

Γιατὶ ὅταν ἔφευγα,
ὅσες φορὲς κι ἂν ξαναγύρισα,
νὰ τὴν ξαναδῶ,
τόσες φορὲς τὴ δίψασα -
καὶ τὰ μάτια της
δέ μπόρεσα ἀκόμα
νὰ τὰ ξεκολλήσω
πάνω ἀπ' τὴν πλάτη μου.

Στέκει ἀκόμα ἐκειπέρα,
στὸ περβάζι τοῦ παραθυριοῦ -
καὶ με κοιτάει
νὰ φεύγω...
Διῶξε την, Κύριε, ἀπὸ κεῖ,
ξεκόλλα ἀπὸ πάνω μου τὰ μάτια της,
ἂν πρέπει νὰ πεθάνω...

Κάνε νὰ μὲ δῇ νὰ χάνωμαι
στὸ βάθος κάποιου δρόμου
σιγά-σιγά...
Νάναι βέβαιη πὼς πάω καλά.
Νάναι βέβαιη
πὼς εἰν' ὁλόισιος ὁ δρόμος,
πὼς πουθενά δὲν ἔστριψα...

Κ' ἔτσι, ἡσυχασμένη,
νὰ πάψῃ πιὰ νὰ μὲ κοιτάῃ,
νὰ φύγῃ ἀπ' τὸ παράθυρο,
καὶ νὰ κλείσῃ μόνη της
τὰ παραθυρόφυλλα...

Κάνε το αὐτό, Κύριε·
κάνε το αὐτό...

Καὶ τὰ μάτια της,
τὰ καρφωμένα στὴν πλάτη μου,
κάνε τα νὰ κοιμηθοῦν,
νὰ μὲ ξεχάσουν...

Καὶ τότε,
ἄν εἶναι θέλημά σου,
πᾶρε με, Κύριε,
ἀνύπαρχτε.


Κώστας Καρυωτάκης - Ο Μιχαλιός

Τὸ Μιχαλιὸ τὸν πήρανε στρατιώτη.
Καμαρωτὰ ξεκίνησε κι ὡραῖα
μὲ τὸ Μαρῆ καὶ μὲ τὸν Παναγιώτη.
Δὲν μπόρεσε νὰ μάθει κἂν τὸ «ἐπ᾿ ὤμου».
Ὅλο ἐμουρμούριζε: «Κὺρ Δεκανέα,
ἄσε με νὰ γυρίσω στὸ χωριό μου».

Τὸν ἄλλο χρόνο, στὸ νοσοκομεῖο,
ἀμίλητος τὸν οὐρανὸ κοιτοῦσε.
Ἐκάρφωνε πέρα, σ᾿ ἕνα σημεῖο,
τὸ βλέμμα του νοσταλγικὸ καὶ πρᾶο,
σὰ νά ῾λέγε, σὰ νὰ παρακαλοῦσε:
«Ἀφῆστε με στὸ σπίτι μου νὰ πάω».

Κι ὁ Μιχαλιὸς ἐπέθανε στρατιώτης.
Τὸν ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ὁ Μαρὴς κι ὁ Παναγιώτης.
Ἀπάνω του σκεπάστηκεν ὁ λάκκος,
μὰ τοῦ ἄφησαν ἀπέξω τὸ ποδάρι:
Ἦταν λίγο μακρὺς ὁ φουκαράκος.

Έντγκαρ Άλλαν Πόε - Ελντοράντο

Ένας γενναίος ιππότης
χαρούμενα ντυμένος,
μ' ήλιο και με βροχή
τη λύρα του ζωσμένος
ταξίδεψε να βρει
τη χώρα τού Ελντοράντο.*

Μα γέρασεν ο νέος
ο ιππότης ο γενναίος.
Με θλίψη κ' η καρδιά του
γέμισε που δεν βρήκε
μήτε ίχνος καν μπροστά του
της χώρας τού Ελντοράντο.

Κι όταν η δύναμή του
έφυγε απ' το κορμί του,
συνάντησε ο ιππότης
σκιά προσκυνητή.
«Πες μου, σκιά», της είπε,
«πού νάναι τώρα αυτή,
η χώρα τού Ελντοράντο;»

Και τούπε: «Πάνω απ' τα Όρη
τού Φεγγαριού σαν πας
και στην Κοιλάδα κάτω
σαν πας της Σκιας,
εκεί τότε θα βρεις
εκείνο που ποθείς -
τη χώρα τού Ελντοράντο.»

-----------------------------------------------------------------------------------

Eldorado

Gaily bedight,
A gallant knight,
In sunshine and in shadow,
Had journeyed long,
Singing a song,
In search of Eldorado.

But he grew old -
This knight so bold -
And o’er his heart a shadow -
Fell as he found
No spot of ground
That looked like Eldorado.

And, as his strength
Failed him at length,
He met a pilgrim shadow -
"Shadow," said he,
"Where can it be -
This land of Eldorado?"

"Over the Mountains
Of the Moon,
Down the Valley of the Shadow,
Ride, boldly ride,"
The shade replied, -
"If you seek for Eldorado!"

*Η χιμαιρική χώρα τού χρυσού, που μυθοποιήθηκε στην Καλιφόρνια όταν άναψε ο Πυρετός τού Χρυσού.

Μετάφραση: Γιώργος Βαρθαλίτης. Απ' το βιβλίο «Τα Ανάλεκτα», εκδόσεις Gutenberg


Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Κώστας Καρυωτάκης - Ένα ξερό δαφνόφυλλο

Ἕνα ξερὸ δαφνόφυλλο τὴν ὥρα αὐτὴ θὰ πέση,
τὸ πρόσχημα τοῦ βίου σου, καὶ θ' ἀπογυμνωθῆς.
Μὲ δέντρο δίχως φύλλωμα θὰ παρομοιωθῆς,
ποὺ τὸ χειμώνα ἀπάντησε στοῦ δρόμου ἐκεῖ τὴ μέση.

Κι ἀφοῦ πιὰ τότε θἆναι ἀργὰ νέες χίμαιρες νὰ πλάσης
ἢ ἀκόμη μιὰ ἐπιπόλαιη καὶ συμβατικὴ χαρὰ,
θ' ἀνοίξης τὸ παράθυρο γιὰ τελευταία φορὰ,
κι ὅλη τὴ ζωὴ κοιτάζοντας ἥρεμα θὰ γελάσης.


Κ.Π. Καβάφης - Ένας γέρος

Στου καφενείου τού βοερού το μέσα μέρος
σκυμμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος·
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες τών άθλιων γηρατειών την καταφρόνια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ’ εντούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα·
και πως την εμπιστεύονταν πάντα — τι τρέλλα! —
την ψεύτρα που έλεγε· «Aύριο. Έχεις πολύν καιρό.»

Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

... Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Διονύσιος Σολωμός - Το κοιμητήρι

- Μάνα μου σκιάζομαι πολὺ
μὴ πεθαμένοι βγοῦνε.
- Σώπα παιδάκι μου, οἱ νεκροὶ
τὴν πλάκα τους βαστοῦνε.


Φαίδρος Μπαρλάς - Και πάλι

Ὡραῖα ἦταν, λοιπόν, ἐδῶ κάτω·
νὰ ξανάρθωμε κάποτε.
Ὡραία ζωή,
ὡραῖα πρωινὰ κι ἀπογεύματα, ὡραῖα κορίτσια.

Κύριε, σοῦ χαρίζω τὴν αἰωνιότητα
γιὰ μία ἀκόμη ζωὴ στὸν ἴδιο πλανήτη.

Δείξου γιὰ μία φορὰ γενναιόδωρος·
ξαναγέμισε ξέχειλο τὸ ποτήρι μου
πού κοντεύει ν’ ἀδειάσῃ.

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Σαρλ Μπωντλέρ - Ο Άνθρωπος κ' η Θάλασσα

Πάντα τη θάλασσα, άνθρωπε λεύτερε, θ' αγαπάς!
Αυτή είν' ο καθρέφτης σου· κοιτάζεις τους βυθούς σου
στο κύλισμα τ' ατέλειωτο του κύματος, κι ο νους σου
κλείνει κι αυτός την πίκρα τής αβύσσου τής βαθιάς.

Σ' αρέσει να βυθίζεσαι στο πέλαο που σου μοιάζει·
να κλείσεις στην αγκάλη σου θες τον ωκεανό,
και της καρδιάς σου η τρικυμία καμιά φορά ησυχάζει,
τον άγριο του κι αδάμαστο ακούοντας στεναγμό.

Είστε κ' οι δυο σας σκοτεινοί κι απόκρυφοι· κανείς,
ω άνθρωπε, δε μέτρησε την άπατη άβυσσό σου·
κανείς δεν ξέρει, ω θάλασσα, τον πλούτο τον κρυφό σου,
τόσο με ζήλια κρύβετε τα μυστικά σας σεις!

Κι όμως, νά που αναρίθμητους αιώνες στη ζωή,
ο ένας τον άλλον άφοβα κι ανήλεα πολεμάτε,
τόσο κ' οι δυο σας τη σφαγή, το θάνατο αγαπάτε,
ω πολέμαρχοι αιώνιοι, ω αμείλικτοι αδερφοί!

Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης
Απ' το βιβλίο: Σαρλ Μπωντλέρ - Τα Άνθη τού Κακού, εκδόσεις γράμματα, σελ. 51

Γουόλτ Γουίτμαν - Ω εαυτέ, ω ζωή

Ω εαυτέ, ω ζωή,
με τα ερωτήματα που επιστρέφουν ολοένα,
με τις ατέλειωτες ορδές τών απίστων,
τις πολιτείες τών αφρόνων,
με το Εγώ που το Εγώ κατηγορεί
(γιατί ε γ ώ είμ’ ο άφρονας των αφρόνων,
εγώ ο άπιστος των απίστων!) […]
- Ποιο το μέγα καλό σ’ όλα τούτα, ω εαυτέ, ω ζωή;

Απάντηση

Η ύπαρξή σου!
Ότι βρίσκεσ’ εδώ,
ζωντανός αυτός που είσαι·
ότι το παντοδύναμο Έργο συνεχίζεται
κ’ εσύ έχεις ένα στίχο να προ[σ]φέρης.

-----------------------------------------------------------------------------------

O me! O life

O me! O life!
of the questions of these recurring,
Of the endless trains of the faithless, 
of cities fill’d with the foolish,
Of myself forever reproaching myself, 
(for who more foolish than I,
and who more faithless?) [...]
- What good amid these, O me, O life?

Answer

That you are here
- that life exists and identity.
That the powerful play goes on,
and you may contribute a verse.

Μετάφραση: Βαγγέλης Δουβαλέρης
Απ' το 31ο τεύχος τού περιοδικού «Διορθώσεις» (σελ. 1027)


Λόρδος Βύρων - Κόρη τών Αθηνών

Δυο λόγια για το ποίημα: Το 1809 ο ταξιδευτής Βύρων βρέθηκε και στην Αθήνα. Εκεί έμεινε στο σπίτι τής οικογένειας Μακρή, η οποία νοίκιαζε δωμάτια, κ' ερωτεύτηκε μία από τις τρεις κόρες, τη δεκατριάχρονη Τερέζα Μακρή (μιλούσε αγγλικά). Δε γνωρίζω αν ο έρωτας αυτός είχε ανταπόκριση, όμως προτού φύγει ο Βύρωνας (έμεινε εκεί για 10 εβδομάδες) έγραψε κι αφιέρωσε το ποίημα «Κόρη τών Αθηνών» σ' εκείνη.

Είναι τέσσερεις στροφές κανονικά, όμως εγώ μετέφρασα μονάχα τις δύο - την πρώτη και την τελευταία. Κάθε στροφή τελειώνει με τη φράση «Ζωή μου, σας αγαπώ» στα ελληνικά.

Κόρη τών Αθηνών

Κόρη τών Αθηνών, πριν τον αποχαιρετισμό,
δώστε μου, ω, δώστε πίσω την καρδιά μου, παρακαλώ!
Ή, αφού ήδη τώρα έφυγε απ’ το δικό μου σώμα,
δική σας είναι για την ώρα, κι ό,τι άλλο θέλετ’ ακόμα!
Ακούστε τον όρκο μου προτού φύγω αποδώ:
Ζωή μου, σας αγαπώ!

[…]

Κόρη τών Αθηνών! Φεύγω τώρα μακριά σας,
να με σκέφτεστε, γλυκιά μου, στη μοναξιά σας.
Τι κι αν πηγαίνω στην Ισταμπούλ τη μακρινή,
στην Αθήνα ανήκει η δική μου καρδιά και ψυχή.
Να πάψω να σας αγαπώ; Δε μπορώ!
Ζωή μου, σας αγαπώ!

-----------------------------------------------------------------------------------

Maid of Athens

Maid of Athens, ere we part,
Give, oh give me back my heart!
Or, since that has left my breast,
Keep it now, and take the rest!
Hear my vow before I go,
Zoë mou, sas agapo!

[...]

Maid of Athens! I am gone:
Think of me, sweet! when alone.
Though I fly to Istambol,
Athens holds my heart and soul:
Can I cease to love thee? No!
Zoë mou, sas agapo!