μὲς σ' αὐτὰ τὰ στάχια
τὰ χρυσά ἀπ' τὸν ἥλιο ποὺ ἀνεμίζουν·
σὺ ποὺ δέν ὑπάρχεις, πέρα ὥς πέρα,
μέσα στὸν πλατύ γαλανό οὐρανό·
σὺ ποὺ δέν ὑπάρχεις
μέσα στὴν καρδιά μου -
ἄκουσέ με :
῎Αν χρειαστῇ,
ἄν ἔρθῃ κείνη ἡ ὥρα,
δέ θέλω,
δέ μπορῶ νὰ πεθάνω.
Γιατὶ ὅταν ἔφευγα,
ὅσες φορὲς κι ἂν ξαναγύρισα,
νὰ τὴν ξαναδῶ,
τόσες φορὲς τὴ δίψασα -
καὶ τὰ μάτια της
δέ μπόρεσα ἀκόμα
νὰ τὰ ξεκολλήσω
πάνω ἀπ' τὴν πλάτη μου.
Στέκει ἀκόμα ἐκειπέρα,
στὸ περβάζι τοῦ παραθυριοῦ -
καὶ με κοιτάει
νὰ φεύγω...
Διῶξε την, Κύριε, ἀπὸ κεῖ,
ξεκόλλα ἀπὸ πάνω μου τὰ μάτια της,
ἂν πρέπει νὰ πεθάνω...
Κάνε νὰ μὲ δῇ νὰ χάνωμαι
στὸ βάθος κάποιου δρόμου
σιγά-σιγά...
Νάναι βέβαιη πὼς πάω καλά.
Νάναι βέβαιη
πὼς εἰν' ὁλόισιος ὁ δρόμος,
πὼς πουθενά δὲν ἔστριψα...
Κ' ἔτσι, ἡσυχασμένη,
νὰ πάψῃ πιὰ νὰ μὲ κοιτάῃ,
νὰ φύγῃ ἀπ' τὸ παράθυρο,
καὶ νὰ κλείσῃ μόνη της
τὰ παραθυρόφυλλα...
Κάνε το αὐτό, Κύριε·
κάνε το αὐτό...
Καὶ τὰ μάτια της,
τὰ καρφωμένα στὴν πλάτη μου,
κάνε τα νὰ κοιμηθοῦν,
νὰ μὲ ξεχάσουν...
Καὶ τότε,
ἄν εἶναι θέλημά σου,
πᾶρε με, Κύριε,
ἀνύπαρχτε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου